Lingua   

Οἱ γειτονιὲς τοῦ κόσμου

Spyros Samoïlis / Σπύρος Σαμοΐλης



1) Τοῦτο τὸ καλοκαίρι

Τοῦτο τὸ καλοκαίρι, σὰν καὶ πέρσι μᾶς ἧρθε θυμωμένο.
Εἶναι βαρὺ τὸ σακκὶ τοῦ ἥλιου στὴν πληγιασμέμη ράχη.
Κι οἱ καρποὶ μὲς ἀπ’ τὰ φύλλα δείχνουν σφιγμένες τὶς γροθιές τους.
Δὲν ξέρεις κὰν τί μήνας εἶναι.
Κανένας δὲν ὄργωσε φέτος, κανένας δὲν ἔσπειρε.
Δὲν ξέρεις κὰν τί καιρὸ κάνει.
Τὸ καλοκαίρι ἔχει χάσει τὸ δρόμο του ἀνάμεσα στοὺς σκοτωμένους
κι οἱ Ἐποχὲς κάθονται ἀμίλητες μὲς στὸ βομβαρδισμένο δάσος.


2) Πικρὸ πρωινό

Πικρὸ πρωινὸ μέσα στὸ ντουφεκίδι. Πικρὸ τὸ ψωμί.
Καθόλου ψωμί. Πικρό τὸ στόμα.
Τὸ τσακισμένο ἀξούριστο ἀπόγευμα. Πενήντα σκοτωμένοι.
Κανένας δὲν ἤθελε νὰ πεθάνει. Κι εἴταν ἀνοιξιάτικο Σαββατόβραδο.


3) Ἐρχόταν ἡ Ἄνοιξη

Ἐρχόταν ἡ Ἄνοιξη -
καθόταν στὸ σκουριασμένο ντεπόζιτο τῆς αὐλῆς μας
καὶ κουνούσε τὰ πόδια της.
Κι εἶταν ἕνα χαμόγελο στὸν ἀέρα,
ἕνα μεγάλο παράνομο χαμόγελο,
ἀντιφεγγίζοντας ἀπὸ μάτια σὲ μάτια,
ἀντιφεγγίζοντας ἀπὸ στόμα σὲ στόμα -
Ἐτοῦτο τὸ χαμόγελο τοῦ προλετάριου.
Ἕνα παράνομο χαμόγελο
ἀντιφεγγίζοντας ἀπὸ μάτια σὲ μάτια,
ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ ὄνειρο σὲ ὄνειρο -
ἕνα παράνομο χαμόγελο, σιωπηλό,
πιὸ σιωπηλό ἀπ’ τὸ σπίρτο ποὺ ἀγγίζει τὸ φιτίλι.
Ἐτοῦτο τὸ χαμόγελο τοῦ κόσμου.


4) Φοιτηταριό

Μὰ κιόλας τὸ μουρλὸ φοιτηταριὸ μελισσολόγαγε στοὺς δρόμους καὶ στὰ στάδια,
σφεντονίζοντας μὲ μεγάλες χειρονομίες τὰ καπέλα του στὸ μέλλον,
ξεβουλώνοντας στὶς πλατεῖες μεγάλες μποτίλιες σφραγισμένα ὄνειρα,
παλεύοντας σῶμα μὲ σῶμα μὲ τὰ παλιὰ ἀγάλματα καὶ μὲ τοὺς ἀστυφύλακες,
ἀνεβοκατεβαίνοντας τὶς σκάλες τοῦ Χημείου,
σφίγγοντας τὸν ἐνθουσιασμό τους μὲς στὰ δόντια τους,
παίζοντας καρπαζιὲς μὲ τὸ θάνατο σὲ κάθε βῆμα καὶ γελώντας,
σφίγγοντας τ’ αὔριο μὲς στὶς φοῦχτες τους
πιὸ δυνατὰ ἀπ’ τὸ κατσαρόλι τοῦ συσσίτιου.


5) Ἄλλαξαν οἱ καιροί

Ἄλλαξαν, μάτια μου, οἱ καιροί· - δεκάχρονα παιδιά
κρατᾶνε τὸ ντουφέκι καὶ πολεμᾶνε γιὰ τὸν κόσμο,
[πιὸ σωστὰ πράματα κι ἀπ’ τὸ βαγγέλιο γράφουν οἱ προκήρυξες]
κι οἱ γριὲς κουβαλᾶνε σφαῖρες καὶ παράνομο τύπο μὲς στὰ ξεθωριασμένα τους φουστάνια,
κουβαλᾶνε τὸ μέλλον στ’ ἀχαμνὰ τους χέρια
τόσο ἐλαφρά, τόσο εὔκολα καὶ σίγουρα
ὅπως κουβαλᾶνε ἕναν κουβὰ νερὸ τὸ λιόγερμα γιὰ νὰ ποτίσουν τὰ λουλούδια (τους).


6) Περπάτα

Δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ πεθάνουμε. Ὄχι. Ὄχι.
Καὶ δὲ θὰ φύγουμε ἀπ’ τὸν κόσμο - νὰ τὸ ξέρεις -
πρὶν ἀγαπήσουμε ὅσο ζητᾶ ἡ καρδιά μας
πρὶν τραγουδήσουμε ὅσο ζητᾶ ἡ ἀγάπη.
Περπάτα. Περπάτα. Περπάτα.
Ποιὸς εἶπε πὼς δὲν ἀγαπούσαμε τὴ ζωή;
Ποιὸς εἶπε πὼς δὲ λογαριάζαμε τὸ θάνατο;
Ἐμεῖς ὅταν βλέπαμε ἕνα φύλλο νὰ σκάει
εἴτανε σὰ νὰ βάζαμε τ’ αὐτί μας στὴν καρδιὰ ἑνὸς φίλου μας ποὺ κοιμάται
σὰ νὰ στηθοσκοπούσαμε τὸν κόσμο. Περπάτα.


7) Φτάνει νὰ μὲ λὲς σύντροφο

Φτάνει νὰ μὲ λὲς σύντροφο – σύντροφο,
καὶ τότε τὸ φῶς θὰ μυρίζει
ὅπως μυρίζει τὸ πρωινὸ τὸ γάλα
στὸ φτωχόσπιτο τῆς γειτονιᾶς.

Φτάνει νὰ μὲ λὲς σύντροφο – σύντροφο,
καὶ τότε θὰ κρατᾶμε τὴν πληγή μας
τρυφερὰ στὰ δυὸ μας δάχτυλα
καὶ θὰ χαμογελᾶμε.

Καὶ θὰ χαμογελᾶμε σὰν νὰ κρατᾶμε
ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο
στὸ πρώτο ραντεβοῦ μας
μὴ τῆ λευτεριά – λευτεριά.


8) Γειὰ σοῦ σύντροφε

Ἄ, ἐκεῖνοι οἱ ἀτέλειωτοι δρόμοι,
γειὰ σου σύντροφε, τὸ μεσημέρι, ναί, στη γωνιά.
Τρέχαμε, τρέχανε οἱ προκηρύξεις,
τρέχαμε, τρέχανε, τρέχαν τὰ τραμ.

Ἄ, ἐκεῖνοι οἱ ἀτέλειωτοι δρόμοι,
γειὰ σοῦ σύντροφε, τὸ μεσημέρι, ναί, στὴ γωνιά.
Μερμύγκιαζε ἡ Καισαριανή
ἀπὸ τὶς λαϊκές σημαῖες.
Ἕνα μεγάφωνο στὶν πλατεῖα,
τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ ΕΛΑΣ.


9) Βασανισμένες γυναικούλες

Βασανισμένες γυναικούλες μπροστὰ στὸ συρματόπλεγμα
γυρνᾶνε τὸ σούρουπο στὴ γειτονιά (του κόσμου). Τὰ μαῦρα τους φουστάνια
σέρνουνται στὸ χῶμα ὅπως σέρνεται ἡ σπασμένη φτερούγα τοῦ χελιδονιοῦ,
μέσα στὶς τσέπες τῆς ποδιᾶς τους κάθουνται τὰ χέρια τους λιωμένα ἀπ’ τὶς μπουγάδες
κάθουνται σὰ δυὸ μικρὰ παιδιὰ μαλωμένα
καὶ μελετᾶνε [τὴ ζωή], μελετᾶνε τὸν κόσμο
μελετᾶνε [μιὰν ἐκδικηση,] μιὰν εὐτυχία, [λίγη] (τὴν) λευτεριά.


10) Αὐτὸς ὁ άνεμος

Ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν
πῶς τραγουδάει αὐτὸς ὁ άνεμος,
ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν
στὰ στόμια τῶν ἀνθρακωρυχεῖων.

Στὶς μπαμπακοφυτεῖες τῆς Νότι’ Ἀμερικής,
στις συνοικίες τῆς Βαρσοβίας,
τῆς Πράγας καὶ τῆς Ἀθήνας,
στὸ Πεκίνο, στὶς φυτεῖες τοῦ ρυζιού.

Ἀκοῦστε τόν – ὰκούστε τόν – ἀκοῦστε τόν
πῶς τραγουδάει αὐτὸς ὁ άνεμος,
ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν – ἀκοῦστε τόν
στὰ στόμια τῶν ἀνθρακωρυχεῖων.

Στὸ μετρὸ τοῦ Παρισιοῦ καὶ στὶς πλατεῖες τῆς Ρώμης,
στὴ Βουδαπέστη, στὴ Σόφια, πάνω στὸ Βουκουρέστι.

Ἐτοῦτο τὸ τραγοῦδι ποὺ τὸ παῖζει ὁ Σοστάκοβιτς
ἀπάνω στὰ χαλύβδινα τὰ πλῆκτρα τοῦ φράγματος τῆς Κανχόνκα
κι ὁ Ρόμσον τὸ τραγουδάει στὶς συνοικίες τῶν νέγρων
κι ὁ Νερούντα τὸ φωνάζει
πάνω – πάνω – πάν’ ἀπὸ τὰ δάση
μὲ τοὺς ξυλοκόπους.

Κι ὁ Ναζίμ τὸ λέει στοὺς ἀπεργοῦς ναυτεργάτες,
κι ἐγὼ τὸ τραγουδάω, συντρόφια μου
μέσα – μέσα – μέσ’ ἀπὸ τ΄ἀντίσκηνο
τοῦ Ἄη – Στράτη.


11) Μᾶς σκοτώνουν κάθε μέρα

Οἱ σκοτωμένοι ξεκουράζονται κάτου ἀπ’ τὸ χῶμα,
μὰ ἐδῶ, πάνου ἀπ’ τὸ χῶμα μᾶς σκοτώνουν κάθε μέρα,
σκοτώνουν κάθε μέρα τὴν ἐλπίδα μας
σκοτώνουν κάθε μέρα στὸ κατώφλι μας τὸ φῶς
καὶ τὴ μικρὴ γαλήνη τοῦ στρωμένου τραπεζιοῦ
καὶ τὸ φιλὶ ποὺ κλάει στὴν ἄκρη τῶν χειλιῶν μας
κι ἀκόμα δὲν μποροῦμε νὰ πεθάνουμε -
δὲν μποροῦμε.


12) Ἄν νιώθεις τα κότσια σου

Ἄν νιώθεις τὰ κότσια σου μεῖνε στὶς γραμμές μας,
ἄν νιώθεις τὸ καθῆκον σου πράξε τὸ μαζὶ μᾶς
- εἶναι χιλιάδες τὰ ἄστρα μέσα μᾶς
πρέπει νὰ γίνουν δικά μας -
Ἐδῶ τὰ μάτια εἶναι αὐστηρά
-πόλεμο κάνουμε -
ἐδῶ ἡ ἀγάπη εἶναι ντυμένη τ' ἄρματα - δὲ λέει τ' ὄνομά της .
Αὔριο μπορεί - μὰ τῶρα ἔχουμε πόλεμο
- θέ μου, τὶ ἀπέραντος ποὖνε ὁ κόσμος.


13) Μαγιακόφσκι

Ἄ, Μαγιακόφσκι, Μαγιακόφσκι, τρέξε, τρέξε, πρόφτασε -
πῶς νὰ τὸν πεῖ κανείς μονάχος του τοῦτον τὸν ἄνεμο
ντελάλης μὲ ντελάλη, σάλπιγγα μὲ τύμπανο, ντελάλης,
ἕνας ντελάλης ὄρθιος στὴν κορφὴ πανύψηλου βουνοῦ χειρονομεῖ, φωνάζει,
κραυγάζει ἕνα χαρούμενο ἄγγελμα στὸν κόσμο - πνίγεται ἀπὸ τὴ χαρά του, λαχανιάζει
χειρονομεῖ, φωνάζει, κλαίει,
ο ἄνεμος παίρνει τὴ φωνή του - δὲν ἀκούγεται -
χρειάζονται χιλιάδες στόματα μαζί, χιλιάδες σάλπιγγες - φωνάζει
δίνει σινιάλα μὲ τὰ χέρια του, ἀνεμίζει
ἕνα μεγάλον οὐρανό, ἕνα σύγνεφο, μιὰ κόκκινη παντιέρα,
ὁ ἄνεμος μπλέκει τὶς χειρονομίες του - δὲν ξεχωρίζουν τὰ σινιάλα,
οἱ ἄνθρωποι κλαῖνε ἀπ’ τοὺς νεκρούς - δὲν καλοβλέπουν
ὁ ἄνεμος τοὺς στεγνώνει τὰ βρεγμένα τσίνορα· - λάμπουν τὰ μάτια του,
ὁ ἄνεμος τινάζει πίσω τὸ σακκάκι του σημαῖα
φουσκώνει τὸ πουκάμισό του σὰν πανὶ καραβιοῦ μεσοπέλαγα
ἀναστατώνει τὰ μαλλιά του σὰν τὸ καπνὸ τοῦ καραβιοῦ πού σφιρίζει σιμώνοντας τὸ μέγα λιμάνι
ἐνῶ τὸ φῶς ἀνεβαίνει ἀπ’ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα
κι οἱ σάλπιγγες σημαίνουν ἐγερτήριο στὴν Κόκκινη Πλατεία τῆς Μόσχας
κι οἱ λαοὶ ἀνεμίζουν τὶς σημαῖες τους στὶς προκυμαῖες.
Ἄ, τρέξε Μαγιακόφσκι νὰ τὸν πούμε αὐτὸ τὸν ἄνεμο.
Τρέξε, Σικελιανέ, τρέξε Ἀραγκόν, τρέξε Νερούντα
τρέξε Ναζὶμ Χικμὲτ νὰ τραγουδήσουμε τοῦτον τὸν ἄνεμο.


Pagina principale CCG

Segnalate eventuali errori nei testi o nei commenti a antiwarsongs@gmail.com




hosted by inventati.org