Lingua   




Γιάννη Ρίτσου - Μίκη Θεοδωράκη
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
Μάνος Χατζιδάκις
Νανά Μουσχούρη



1. Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου;


Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλής, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου, ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νερό ἡ κρήνη.

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δεν θωρεῖς πού κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γροικᾶς τὰ πού πικρά σοῦ λέω;

Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; πού πήγε; πού μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νερό ἡ κρήνη.

2. Χείλι μου μοσκομύριστο


Μαλλιά σγουρά πού πάνω τοὺς τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τίς νύχτες πού κοιμόσουνα καὶ πλάι σου ξαγρυπνοῦσα.

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
-καμάρα πού τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο.

Μάτια γλαρά πού μέσα τοὺς ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωϊνοῦ ουρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο πού ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν.

3. Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες


Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σε χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, πού ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στό λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νά χορταίνεις
ἄρμεγες μέ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μοῦ ἱστορούσες μέ φωνή γλυκιά ζεστή κι ἀντρίκεια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια.

Καὶ μοὔλεες πῶς ὅλ'αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τῶρα ἐσβήστης κι ἔσβησε τὸ φέγγος κι ἡ φωτιά μας.

4. Βασίλεψες, ἀστέρι μου


Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση.
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος τοῦ ἔχει μάσει.

Κόσμος περνά καὶ μέ σκουντά, στρατός καὶ μέ πατάει
κ'ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνά οὐδέ σέ παρατάει.

Τὴν ἄχνα ἀπ' τὴν ἀνάσα σου νιώθω στό μάγουλό μου,
ἄχ, κι ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς στό βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τὰ μιὰ φωτεινή παλάμη,
ἄχ κ' ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στό σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά πού ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα·
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ' ἀνέβασε ἀπ' τὸ χῶμα.

Τῶρα οἱ σημαῖες σέ ντύσανε, Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ' ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τή φωνή σου.

5. Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός


Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σά χρυσάφι.

Νιότη ἀπ' τή νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελούσα,
τά γερατειά δέν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφούσα.

Καὶ τώρα ποῦ θά κρατηθῶ, ποῦ θά σταθῶ, ποῦ θἄμπω,
πού ἀπόμεινα ξερό δεντρί σέ χιονισμένο κάμπο;

6. Στο παραθύρι στεκόσουν


Στό παραθύρι στέκοσουν κ' οἱ δυνατές σου οἱ πλάτες
φράζαν ἀκέρια τὴν μπασιά, τή θάλασσα, τίς τράτες.

Κι ὁ ἴσκιος σου σάν ἀρχάγγελος πλημμύριζε τὸ σπίτι
καὶ κεῖ στ' αὐτί σου σπίθιζε ἡ γαζία τοῦ ἀποσπερίτη.

Κ' εἴταν τὸ παραθύρι μας ἡ θύρα ὅλου τοῦ κόσμου
κ' ἔβγαζε στόν παράδεισο πού τ' ἄστρα ἀνθίζαν, φῶς μου.

Κι ὡς στέκοσουν καὶ κοίταζες τὸ λιόγερμα ν' ἀνάβει,
σάν τιμονιέρης φάνταζες κ' ἡ κάμαρα καράβι.

Καὶ μές στό χλιό καὶ γαλανό τὸ απόβραδο - ἔγια λέσα -
μ' ἀρμένιζες στή σιγαλιά τοῦ γαλαξία μέσα.

Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι
καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

7. Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό


Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νά σοὔδινα, νά ξύπναγες γιά μιά στιγμή μονάχα,

Νά δεῖς, νά πεῖς, νά τὸ χαρεῖς ἀκέραιο τ'ὄνειρό σου
νά στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στό πλευρό σου.

Βροντᾶνε στράτες κι ἀγορές, μπαλκόνια καὶ σοκάκια
καὶ σοῦ μαδᾶνε οἱ κορασιές λουλούδια στά μαλάκια.

Μέ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χίλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τή γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλα εἴτανε γιά μένα.

8. Γλυκέ μου, έσὺ δὲ χάθηκες


Γιέ μου, ποιά Μοίρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στά στήθεια μου ν’ ἀνάψει;

Γλυκέ μου, ἐσύ δέ χάθηκες, μέσα στίς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στίς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.


Pagina principale CCG

Segnalate eventuali errori nei testi o nei commenti a antiwarsongs@gmail.com




hosted by inventati.org